Το ρεαλιστικό θέατρο διαμορφώθηκε κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, αρχικά στη Γαλλία και στη συνέχεια εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ευρώπη, ως αντίδραση στον ρομαντισμό και το μελόδραμα. Επηρεασμένο από τον επιστημονικό εμπειρισμό, τον θετικισμό, τη Βιομηχανική Επανάσταση, την ανάπτυξη των κοινωνικών επιστημών και την εδραίωση της αστικής τάξης, επεδίωξε την αληθοφανή αναπαράσταση της πραγματικότητας στη δραματουργία, την υποκριτική και τη σκηνική πράξη. Οι δημιουργοί του υιοθέτησαν τις αρχές της εμπειρικής παρατήρησης και της αντικειμενικής καταγραφής της ζωής, στρέφοντας το ενδιαφέρον τους στην καθημερινότητα, στις κοινωνικές σχέσεις και στην ψυχολογική συγκρότηση των χαρακτήρων. Αντί των εξιδανικευμένων ηρώων, του μεταφυσικού στοιχείου και των έντονων συναισθηματικών εξάρσεων, προέβαλαν πρόσωπα και καταστάσεις που αντανακλούσαν τις αντιφάσεις της σύγχρονης αστικής κοινωνίας.
Η δραματουργία του ρεαλισμού επικεντρώθηκε σε κοινωνικά, ηθικά και οικογενειακά ζητήματα, διερευνώντας τις συγκρούσεις μεταξύ ατόμου και κοινωνίας, καθώς και τα κίνητρα της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Από τη ρεαλιστική δραματουργία αναπτύχθηκαν μορφές όπως το κοινωνικό δράμα, το αστικό δράμα και το δράμα ιδεών, οι οποίες αξιοποίησαν τη σκηνή ως πεδίο κοινωνικού προβληματισμού και κριτικής. Το ρεαλιστικό δράμα προαναγγέλθηκε με την Κυρία με τις καμέλιες [La dame aux camélias, 1852] του Alexandre Dumas, fils [Αλέξανδρος Δουμάς, υιός], ενώ θεμελιώθηκε από τη δραματουργία του Henrik Ibsen [Ερρίκος Ίψεν], ο οποίος αμφισβήτησε τις αστικές αξίες και τις κοινωνικές συμβάσεις. Η εξέλιξή του συνεχίστηκε με την ψυχολογική εμβάθυνση των έργων του Άντον Τσέχωφ [Anton Chekhov], τις έμφυλες και κοινωνικές συγκρούσεις στη δραματουργία του August Strindberg [Αουγκούστ / Αύγουστος Στρίντμπεργκ] και το θέατρο ιδεών του George Bernard Shaw [Τζωρτζ Μπέρναρντ Σω]. Κατά τον 20ό αιώνα, ο κριτικός ρεαλισμός ανανεώθηκε μέσα από το έργο των Eugene O'Neill [Ευγένιος Ο’Νηλ], Tennessee Williams [Τεννεσσή Ουίλλιαμς] και Arthur Miller [Άρθουρ Μίλλερ], οι οποίοι εμπλούτισαν τον ρεαλισμό με βαθύτερες ψυχολογικές και κοινωνικές διαστάσεις. Η επίδραση του ρεαλισμού αποτυπώθηκε και στο θέατρο βουλεβάρτου, το οποίο, παρά τον ψυχαγωγικό του χαρακτήρα, αξιοποίησε βασικές συμβάσεις του ρεαλιστικού θεάτρου για την αναπαράσταση της σύγχρονης αστικής ζωής.
Ο ρεαλισμός επηρέασε καθοριστικά και τη σκηνική πρακτική. Η σκηνογραφία εγκατέλειψε τα συμβατικά ζωγραφικά σκηνικά, υιοθετώντας τρισδιάστατους σκηνικούς χώρους με πραγματικά αντικείμενα, ιστορικά ή καθημερινά ακριβή κοστούμια και φυσιοκρατική χρήση του φωτισμού, ώστε να ενισχύεται η ψευδαίσθηση της πραγματικής ζωής. Παράλληλα, η καθιέρωση του «τέταρτου τοίχου» ενίσχυσε την αίσθηση ότι οι θεατές / θεάτριες παρακολουθούν ιδιωτικές στιγμές της ζωής των χαρακτήρων χωρίς να γίνονται αντιληπτοί από αυτούς. Στη σκηνοθεσία, ο Georg II von Saxe-Meiningen [Γεώργιος Β΄, Δούκας της Σαξονίας-Μάινινγκεν] εισήγαγε, ήδη από τη δεκαετία του 1870, την ιστορική τεκμηρίωση, την ακρίβεια στην αναπαράσταση του κοινωνικού περιβάλλοντος, την οργανική λειτουργία του θιάσου ως συνόλου [ensemble], τη σύνθετη διαχείριση του πλήθους και τη συνοχή όλων των επιμέρους στοιχείων της παράστασης. Στην υποκριτική, το ρεαλιστικό ύφος χαρακτηρίζεται από φυσικότητα, εσωτερική συνέπεια και αποφυγή της ρητορικής εκφοράς. Το σύστημα του Κωνσταντίν Στανισλάφσκι [Konstantin Stanislavski], βασισμένο στην ανάλυση του έργου, στους στόχους του χαρακτήρα και στην αναζήτηση της σκηνικής αλήθειας, άσκησε καθοριστική επίδραση στη σύγχρονη υποκριτική και αποτέλεσε τη βάση για μεταγενέστερες μεθόδους εκπαίδευσης των ηθοποιών.
Το ρεαλιστικό θέατρο υπήρξε το κυρίαρχο αισθητικό πρότυπο της νεότερης δυτικής δραματουργίας και άσκησε καθοριστική επίδραση στη σκηνοθεσία, την υποκριτική και τη σκηνογραφία. Παράλληλα, αποτέλεσε το υπόβαθρο για την ανάπτυξη του νατουραλισμού, ο οποίος συνιστά εξέλιξη και όχι ταυτόσημη μορφή του, ενώ οι θεατρικές πρωτοπορίες του 20ού αιώνα είτε αξιοποίησαν επιμέρους κατακτήσεις του είτε διαμορφώθηκαν σε συνειδητή αντίθεση προς τη ρεαλιστική αναπαράσταση.
Στη διαμόρφωση και την εδραίωση των αρχών του ρεαλισμού στη νεοελληνική σκηνή συνέβαλαν, μεταξύ άλλων, οι Θωμάς Οικονόμου, Αιμίλιος Βεάκης, ο οποίος το 1949 ίδρυσε το βραχύβιο θεατρικό σχήμα «Ρεαλιστικό Θέατρο», καθώς και οι Δημήτρης Ροντήρης, Κάρολος Κουν και, αργότερα, ο Αλέξης Μινωτής, οι οποίοι, μολονότι ακολούθησαν διαφορετικές αισθητικές κατευθύνσεις, συνέβαλαν στην εξέλιξη της νεοελληνικής υποκριτικής και σκηνικής πράξης.